

Την Τετάρτη 13 Μαΐου 2015 πραγματοποιήθηκε στην κεντρική αίθουσα εκδηλώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων η τελετή βράβευσης των διακριθέντων του εκπαιδευτικού προγράμματος «Κύπρος 1974-2014: Δεν ξεχνώ, Διεκδικώ, Δημιουργώ», παρουσία του Υπουργού κ. Αριστείδη Μπαλτά, ο οποίος κηρύσσοντας την έναρξη της εκδήλωσης, έδωσε συγχαρητήρια σε όλους όσους πήραν μέρος παιδιά και εκπαιδευτικούς, δημιουργικά ή οργανωτικά στον διαγωνισμό και παρατήρησε ότι ο τίτλος της εκδήλωσης περιέχει ένα υψηλό νόημα επειδή «δεν δύναται να είμαστε δημιουργικοί αν η μνήμη μας είναι κοντή».
Για το Γυμνάσιο Μακροχωρίου το βραβείο παρέλαβαν η μαθήτρια Μαρία Φωτοπούλου και η καθηγήτρια Χριστίνα Χατζηγεωργίου, που συμμετείχαν στο πρόγραμμα με το παραμύθι "Το τραγούδι της Ακανθούς", που κατέλαβε την πρώτη θέση στην κατηγορία "Παραμύθι Γυμνασίου".
«ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΚΑΝΘΟΥΣ»
Λένε ότι τις καλοκαιρινές νύχτες στο νησί της Αφροδίτης δεν ακούγονται μόνο τα τζιτζίκια. Ακούγεται μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων, μέσα από τα αφρισμένα κύματα που σκάνε ένα-ένα πάνω στους τεράστιους βράχους και τον καθάριο ουρανό ένα τραγούδι διαφορετικό από τα άλλα. Ένα τραγούδι μελαγχολικό, με στίχους ντυμένους με πόνο κ δάκρυα. Μοιάζει με τα μοιρολόγια του λαού. Μοιάζει με πίνακα ζωγραφισμένο με πένθιμα χρώματα. Πολλές φορές αντηχεί στα αυτιά των κατοίκων σαν θύελλα ψυχής. Στους στίχους του τα λόγια ζωγραφίζουν εικόνες και ξυπνούν μνήμες του παρελθόντος της Κύπρου. Ένα τραγούδι που μόνο οι ευαίσθητες και καθαρές ψυχές μπορούν να ακούσουν. Ένα τραγούδι γνώριμο μόνο σε εκείνους που ψυχανεμίζονται τον πόνο που υπάρχει στον αέρα του νησιού. Μόνο σ? εκείνους που βλέπουν με τα μάτια της ψυχής τους τον πόνο που διαχέεται στα στενά και τα σοκάκια, στους δρόμους κ τις πλατείες, στις στέγες και στις αυλές, στις εκκλησιές και τα σχολεία, στα Κυριακάτικα τραπέζια των οικογενειών, στην πράσινη γραμμή που κόβει σαν μαχαίρι την Κύπρο στα δυο. Ένα τραγούδι που φτάνει στα αυτιά μόνο εκείνου που όσα χρόνια κι αν πέρασαν, δεν μπορεί και δε θέλει να ξεχάσει . Λένε ότι είναι το τραγούδι της Ακανθούς.
Από τότε που ο Θεός ξημέρωσε στην Κύπρο τη μέρα που ο Τούρκος γείτονας και συνάνθρωπος έγινε εχθρός και απάνθρωπος και εισέβαλλε στο νησί, έχει να τη δει ανθρώπινο μάτι. Φήμες λένε ότι δεν είναι πραγματικός άνθρωπος, αλλά γέννημα μυθικό. Ψιθυρίζουν ότι είναι αερικό. Ότι είναι η Ψυχή της Κύπρου που την ημέρα της εισβολής των Τούρκων πόνεσε, μάτωσε, πέθανε και μετουσιώθηκε σε ενέργεια. Λένε ότι είναι πνεύμα που τριγυρνάει στα βουνά και τις απόμακρες σπηλιές, ζει στο δάσος ανάμεσα στα πιο αθώα πλάσματα της κτίσης, τα ζώα. Αγαπάει τα πλάσματα αυτά, γιατί έζησε τη θηριωδία του έλλογου, του πολιτισμένου, του ανώτερου όντος, του ανθρώπου. Του ανθρώπου που έγινε μισάνθρωπος, που έβαψε κόκκινες τις ημέρες και νύχτες τον Ιούλιο του 74. Του εχθρού, του εισβολέα, κατακτητή που ντύθηκε με το μανδύα του λυτρωτή και σαν ανεμοστρόβιλος σάρωσε τη γη της Κύπρου. Την έβαψε με χρώματα θανάτου κ πένθους. Χάραξε με πράσινο χρώμα γραμμή προσφυγιάς. Από τότε η Ακανθού, τραγουδάει το τραγούδι της Κύπρου από τα αναχώματα της μοναξιάς και της θλίψης της μακριά από όλους κ από όλα σαν αερικό, σαν πνεύμα.
Ζει μέσα στις μνήμες της , ενθυμήσεις γλυκές από την εποχή που το νησί, ο τόπος της, ήταν ακέραιος με όλες του τις ομορφιές και ζούσε ειρηνικά. Απολάμβανε το δώρο της ζωής στη βόρεια πλευρά του νησιού, στο χωριό της, την Ακανθού. Το χωριό που μετά τη μέρα της συμφοράς, της έδωσε το νέο της όνομα. Ως τότε ήταν η όμορφη και καλοσυνάτη Χρυσή του χωριού που αγαπούσε τη ζωή με πάθος. Με μάτια γεμάτα φως , ζεστά και λαμπερά και χαμόγελό μαργαριταρένιο έκλεβε με την πρώτη ματιά και με το πρώτο χαμόγελο την αγάπη και τη συμπάθεια των συγχωριανών της. Γνωστή για τη μελωδική φωνή της, οι χωριανοί την ονόμαζαν αηδόνι του χωριού. Πλάσμα χαρισματικό και προικισμένο από το Θεό συνδύαζε αβίαστα πολλές αρετές με ταπεινοφροσύνη τέτοια, που τις έκανε ακόμη πιο έντονες και ξεχωριστές. Ευαίσθητη, έντιμη, δοτική, φιλόζωη, άνθρωπος εργατικός και δημιουργικός καθημερινά φρόντιζε το σπιτικό της και ταυτόχρονα συμμετείχε στις ομαδικές εργασίες και δραστηριότητες του χωριού. Πρώτη στο μάζεμα της ελιάς, πρώτη στην εκκλησιά, πρώτη και στους χορούς και τα τραγούδια. Τραγούδια που τότε εξυμνούσαν την ειρήνη, την αγάπη και τη ζωή, ενώ τώρα θρηνούν για τον πόλεμο, το μίσος και το θάνατο. Η χαρούμενη Χρυσή είχε πεθάνει και στη θέση της είχε γεννηθεί ο μύθος της Ακανθούς που τραγουδούσε μέσα από τα δάση .
Τραγουδούσε και τραγουδάει για τη ζωή που έχασε. Μια ζωή ευλογημένη, σε έναν τόπο πλούσιο, κατάφυτο και εύφορο. Σε έναν τόπο, όπου οι άνθρωποι πήραν τα δώρα της φύσης και με εργατικότητα, μεράκι τα έκαναν να ανθοφορήσουν. Στολίδι του χωριού οι πλούσιοι ελαιώνες με το χρυσό καρπό της φύσης, οι οποίοι ζητούσαν χέρια για το μάζεμα. Το μάζεμα της ελιάς ήταν γιορτή κι όχι δουλειά. Τα χέρια όλων πρόθυμα βοηθούσαν. Ηλικιωμένοι ή ανήμποροι ετοίμαζαν στην πλατεία του χωριού το φαγητό για τους εργάτες της ελιάς. Ένα γεύμα που θύμιζε τις Αγάπες των πρώτων Χριστιανών, καθώς λάμβανε χώρα στην εκκλησιά του χωριού. Η εκκλησιά του χωριού, η Μεταμόρφωση του Σωτήρα, μοναδικό αρχιτεκτονικό κόσμημα, ήταν πηγή πίστης και αγαλλίασης. Εκεί κάθε βάφτιση, κάθε γάμος ήταν χαρά για τους κατοίκους. Εκεί κάθε κηδεία ένας δύσκολος αποχαιρετισμός. Εκεί παντρεύτηκε η Ακανθού, εκεί βάφτισε το παιδί της, εκεί είπε αντίο σε αγαπημένα της πρόσωπα. Ένας τόπος με αρχοντικά, γεφύρια, πυκνούς ελαιώνες, εκκλησιές. Σ? αυτόν τον τόπο είχε της ρίζες κι η Ακανθού. Τον τόπο αυτό τραγουδάει συνεχώς από τότε που την ξερίζωσαν βίαια από αυτόν.
Τραγουδάει για τον ξεριζωμό από τον τόπο που την έθρεψε και τη μεγάλωσε. Τραγουδάει για τα πρόσωπα που χάθηκαν στην δίνη του πολέμου. Τραγουδάει για τους άνδρες της ζωής της, για εκείνον που παντρεύτηκε και για εκείνον που γέννησε. Σ? ένα άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων της τους έχασε. Είδε τα άψυχα κορμιά τους στη γη και η καρδιά της λαβώθηκε, αιμορράγησε, γέμισε πόνο. Τραγουδάει για τα αγαπημένα της πρόσωπα, αυτά που έχασε από τον Τούρκο εισβολέα. Τραγουδάει για τις γυναίκες που χήρεψαν, τα παιδιά που ορφάνεψαν, για εκείνους που έγιναν έρμαια στα αδηφάγα χέρια του εχθρού, για όσους αγνοούνται ακόμα και σήμερα, για τη βαρβαρότητα, το διωγμό και τη καταστροφή. Για τα σπίτια που γκρεμίστηκαν, για τους τάφους των προγόνων που ανίερα καταστράφηκαν, αλλά και για τους ιερούς ναούς που βεβηλώθηκαν. Όσοι κατάφεραν να σωθούν κατέληξαν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα, όπως βέβαια, κι η ίδια. Οι περισσότεροι έδωσαν μεγάλο αγώνα να ξεπεράσουν τον πόνο, την απώλεια και να προχωρήσουν χτίζοντας στη ζωή τους σε νέα θεμέλια και ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο.
Η ίδια δεν άντεξε την προσφυγιά. Πήρε τα βουνά και τα δάση. Δεν ήθελε να ζει με τον άνθρωπο, αλλά να έχει για συντροφιά της άλλα πλάσματα του Θεού, τα ζώα, που από τα νιάτα της τα αγαπούσε. Η μόνη της επαφή από τότε είναι με ένα βοσκό που της φέρνει τα απαραίτητα. Είναι ο μόνος που την έχει γνωρίσει από κοντά, ο μόνος που είναι σίγουρος ότι το αερικό, το πνεύμα του βουνού δεν είναι φανταστικό πλάσμα, αλλά πρόσωπο υπαρκτό, άνθρωπος με σάρκα και οστά. Έχει ακούσει το τραγούδι της αμέτρητες φορές κι έχει νιώσει πραγματικά το πόνο της βαθιά μέσα στα στήθη του. Αν και προσπάθησε να τη πείσει να ξεχάσει το παρελθόν, δεν τα κατάφερε. Το βλέμμα της του απάντησε αρνητικά. Έχει ορκιστεί να θυμάται και να τραγουδάει για τις χαμένες πατρίδες. Ζει για να τραγουδάει και τραγουδάει για να ζει. Πιστός της φίλος είναι ένα πανέμορφο λευκό πουλί, του οποίου το κελάηδημα είναι υπέροχο και γαληνεύει τις ανθρώπινες ψυχές είτε αυτές είναι πληγωμένες είτε ευτυχισμένες.
Κάθε φορά που τραγουδάει η Ακανθού, τη συνοδεύει με το κελάηδημά του μελαγχολικά σε ένδειξη φιλίας και συμπαράστασης. Το πουλί, αχώριστος σύντροφός της και πιστός ακροατής του τραγουδιού της, την καταλαβαίνει καλύτερα απ? τους ανθρώπους. Η Ακανθού το ζηλεύει για τα φτερά του, για την ελευθερία που του χαρίζουν. Την ελευθερία να ταξιδεύει οπουδήποτε επιθυμεί, χωρίς να υπακούει σε κανόνες και απαγορεύσεις. Όνειρο και ευχή της, να ήταν η ίδια πουλί και να ταξίδευε εκεί που η καρδιά της ανήκει, στις χαμένες πατρίδες. Επιθυμία της, να μπορούσε να πετάξει πάνω από ό,τι τη χωρίζει από τον τόπο που αγαπάει με όλη της την καρδιά. Το πουλί, ο αχώριστος και μοναδικός της φίλος, βλέπει το δάκρυ της να κυλάει αργά αργά στα χλωμά μάγουλά και στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό της. Το παρακαλάει να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Να ταξιδέψει εκεί που η ίδια δεν μπορεί να πάει. Εκείνο δεν της χαλάει χατίρι. Πετάει με όλη του τη δύναμη και ορμή και διασχίζει τον ουρανό της Κύπρου. Ελεύθερο, ανεμπόδιστο, χωρίς διαβατήριο, φτάνει στον προορισμό του, πέρα από το συρματόπλεγμα, στην άλλη πλευρά του νησιού, την κατεχόμενη.
Το πουλί, αυτός ο αδήλωτος επισκέπτης με το μυστικό σκοπό, ο ταξιδιώτης χωρίς σύνορα, βλέπει, αισθάνεται, καταγράφει εντυπώσεις και αφηγείται στην Ακανθού τα πάντα με λεπτομέρειες. Για το πατρικό της που ξένοι το χαίρονται, για την εκκλησιά του χωριού που έχει γίνει τζαμί, για τους τάφους των προγόνων που έχουν πάνω τους τα σημάδια της καταστροφής, για τους ελαιώνες που πνίγονται από τις χρυσές ελιές και περιμένουν μάταια τα γνώριμά τους χέρια. Για τα γιοφύρια και τις ομορφιές που ψάχνουν τις παλιές χαρές και μέρες. Ομορφιές που άλλες έμειναν ανέγγιχτες και αμόλυντες και άλλες θυμίζουν την ύπαρξή τους μέσα από ερείπια. Οι περιγραφές του μοιάζουν με ενέσεις νοσταλγίας και πόνου, ξυπνούν όμως ταυτόχρονα την ελπίδα ότι θα έρθει η μέρα που ο τόπος θα είναι και πάλι ελεύθερος.
Μια ελπίδα που σιγοκαίει στη γερασμένη και κουρασμένη από τα βάσανα και τον πόνο καρδιά της. Η ένταση του τραγουδιού της έχει ελαττωθεί, όπως και οι αντοχές της. Το πουλί , αχώριστος φίλος της, συνεχίζει τα ταξίδια στις χαμένες πατρίδες και την πληροφορεί ότι υπάρχει πια πύλη εισόδου για τους επισκέπτες. Το σώμα της δεν αντέχει τις μετακινήσεις. Η ψυχή της δεν αντέχει την ετικέτα του επισκέπτη στον ίδιο της τον τόπο. Το πωλητήριο στο πατρικό της τη φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο Ο βοσκός, που την επισκέπτεται, ό μόνος που την έχει γνωρίσει από κοντά και γνωρίζει με σιγουριά ότι το αερικό, το πνεύμα του βουνού, δεν είναι πλάσμα φανταστικό, αλλά πρόσωπο υπαρκτό, άνθρωπος με σάρκα και οστά, της προτείνει να την πάει σε γιατρούς να βρει γιατρειά. Εκείνη αρνείται. Το πουλί αχώριστος φίλος της, την παρακαλάει να μην τραγουδάει άλλο, γιατί έχει εξασθενήσει.
- Κυρά μην τραγουδάς άλλο, οι δυνάμεις σου εξαντλούνται.
- - Θα τραγουδάω το τραγούδι μου ως την τελευταία μου πνοή, του απαντά. Τραγουδούσα, για να μην ξεχάσω και για να μην αφήσω και τους γύρω μου να ξεχάσουν.
- Το χρέος σου το έκανες, κυρά. Ξέχασέ πια το παρελθόν.
- Δεν ξεχνώ το παρελθόν. Αν ξεχάσω , αν ξεχάσουμε όλοι μας , δεν θα μπορέσουμε να διεκδικήσουμε το δίκιο μας. Δεν ξεχνώ, ψιθυρίζει και αφήνει την τελευταία της πνοή.
Από εκείνη τη μέρα στο νησί της Αφροδίτης μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων, μέσα από τα αφρισμένα κύματα που σκάνε ένα-ένα πάνω στους τεράστιους βράχους και τον καθάριο ουρανό ακούγεται ένα γλυκύπικρο κελάηδημα πουλιού. Ένα κελάηδημα που ακούγεται σαν ανθρώπινη μιλιά, σαν δυο λέξεις : «Δεν ξεχνώ».
ΣΧΟΛΕΙΟ: ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΜΑΚΡΟΧΩΡΙΟΥ
ΟΝΟΜΑ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ: ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ,Β3
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ: ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ
Τελευταία Ενημέρωση (Παρασκευή, 15 Μάιος 2015 12:28)